βούλα

βούλα
η см. βούλλα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βούλα" в других словарях:

  • βουλά — βουλά̱ , βουλή will fem nom/voc/acc dual βουλά̱ , βουλή will fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βούλα — Sp Vulà Ap Βούλα/Voula L Atika, Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • βούλα — η (λ. λατ.) 1. σφραγίδα: Βάλε τη βούλα σου στο γράμμα. 2. το σήμα που αφήνει η σφραγίδα. 3. κηλίδα, σημάδι, κυκλικό στίγμα: Ο σκύλος ήταν άσπρος με μαύρες βούλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βούλα — Πόλη (25.532 κάτ.) του νομού Αττικής. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου και υπάγεται διοικητικά στη νομαρχία Ανατολικής Αττικής. Η Β., που είναι προάστιο της Αθήνας (20 χλμ. ΝΑ του κέντρου της πρωτεύουσας), διαθέτει πλαζ, καθώς βρίσκεται σε μία… …   Dictionary of Greek

  • βουλᾷ — βουλή will fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζουμπουλάκη, Βούλα — (Κάιρο 1930 –). Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στη σχολή μονωδίας του Εθνικού Ωδείου, καθώς επίσης και στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στη Λυρική Σκηνή στον Χορό μεταμφιεσμένων… …   Dictionary of Greek

  • Μάστορη, Βούλα — (Αγρίνιο 1945 –). Λογοτέχνης. Οι γονείς της, Μικρασιατικής καταγωγής, εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο μετά την καταστροφή του 1922, ενώ η ίδια ζει στην Αθήνα από το 1952. Ασχολείται ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία (από το 1974), ενώ από το 1993… …   Dictionary of Greek

  • βουλ' — βουλά̱ , βουλή will fem nom/voc/acc dual βουλά̱ , βουλή will fem nom/voc sg (doric aeolic) βουλαί , βουλή will fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλαφόροι — βουλᾱφόροι , βουληφόρος counselling masc/fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλάν — βουλά̱ν , βουλή will fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλάς — βουλά̱ς , βουλή will fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»